Οι ωραιότερες μέρες της ζωής είναι εκείνες που δημιουργούν μέσα σου την αυταπάτη ότι κάτι έχει αλλάξει. Εκείνες στην διάρκεια των οποίων κάτι συμβαίνει απρόσμενα και ανακατώνει βεβιασμένα τον ειρμό της σκέψης σου. Σε τέτοιο σημείο που στο τέλος της ημέρας δεν αναγνωρίζεις τον τρόπο με τον οποίο έβλεπες τα πράγματα στην αρχή της.
Περπατούσαν και οι δυο με ένα μίγμα αμηχανίας και ανυπομονησίας. Η νύχτα είχε απλώσει τη σιωπή της στους δρόμους της πόλης. Δημιουργούσε ξαφνικά μια παράξενη αίσθηση ότι οι δυο τους ήταν το μόνο ίχνος ζωής. Τα βήματα τους που αντηχούσαν ασυντόνιστα στο πεζοδρόμιο, οι ανάσες τους που έπαιρναν μορφή στο κρύο, ένα μυστικοπαθές ερωτηματικό που τους αγκάλιαζε. Αυτά υπήρχαν μόνο.
“Θα περπατήσω μαζί σου μέχρι το σπίτι σου αν υποσχεθείς να με κεράσεις ένα τσιγάρο” της είχε πει λίγα λεπτά πριν. Ήθελε κάτι παραπάνω; Ενιωθε την ανάγκη να δοκιμάσει την τύχη του; Εκείνη είχε δεχθεί. Σταμάτησε στη διαδρομή κι αγόρασε ένα πακέτο. Έπαιζε το παιχνίδι του; Ήθελε να νιώσει πιο ασφαλής γυρνώντας σπίτι; Αφηνόταν σε μια άγνωστη προοπτική;
Στάθηκαν για λίγο στην είσοδο της πολυκατοικίας. Κοιτάχτηκαν. “Πιο άνετα θα καπνίσουμε το τσιγάρο πάνω” του είπε. “Αρκεί να μην προσέξεις πολύ την ακαταστασία...”. Άρχισαν να ανεβαίνουν κάτι ξύλινα φθαρμένα σκαλιά. Μες στην απόλυτη ησυχία της ώρας, κάθε πάτημα πρόδιδε τους χτύπους της καρδιάς.
Μπήκαν στο διαμέρισμα. Ένα σαλόνι βγαλμένο απο τη δεκαετία του ´70. Καλλιτεχνικές αφίσες στους τοίχους. Χρώματα που συνδύαζαν το κόκκινο και το μαύρο. Σε μια γωνιά ένα πικάπ και μερικές δεκάδες δίσκοι από βινύλιο. Διάλεξε έναν και τον τοποθέτησε στη βάση. Μια άγνωστη μουσική lounge γέμισε την ατμόσφαιρα. Κατευθύνθηκε προς το παράθυρο. “Έλα να κάτσουμε στο περβάζι” του είπε ανοίγοντας το.
Άνοιξε το πακέτο και του πρόσφερε ένα τσιγάρο. Εκείνος το πήρε και το άναψε. Φύσηξε τον καπνό αργά προσπαθώντας να καταλαγιάσει την ένταση που ένιωθε. Άναψε κι εκείνη με τη σειρά της. Αντάλλαξαν αμήχανα κάποιες κουβέντες. “Πολύ γλυκιά βραδιά...” είπε εκείνος. “...και πολύ όμορφη στιγμή... Από εκείνες που σου μένουν...”. Τον κοίταξε. Προσπαθούσε να διαπεράσει τις σκέψεις του που κρύβονταν πίσω από ένα ανέκφραστο περίβλημα.
Την κοίταξε κι εκείνος. Παρατήρησε τον αφύσικο τρόπο με τον οποίο κρατούσε το τσιγάρο, τις βεβιασμένες της κινήσεις καθώς το έφερνε στα χείλη και ρουφούσε τον καπνό. Την πλησίασε. “Δεν έχεις μάθει ακόμα να καπνίζεις” της είπε χαμογελώντας και έπιασε το χέρι της. Εκείνη πάγωσε. Πλησίασε το πρόσωπο του στο δικό της. Τα μάτια τους μαγνητίστηκαν. “Χρειάζομαι μαθήματα;” κατάφερε να ψιθυρίσει. “Το τι χρειάζεσαι το ξέρεις μόνο εσύ...”
Οι ωραιότερες μέρες της ζωής είναι εκείνες που σε αναγκάζουν να χορέψεις στον αργόσυρτο ονειρικό ρυθμό ενός ατελείωτου βαλς. Κι ενώ τα πόδια σου κόβονται, το σώμα σου φλέγεται και η καρδιά σου παραληρεί, τα μάτια σου παραμένουν βασανιστικά προσηλωμένα στα μάτια της, κάτω από τη μοιραία αδιάκοπη κίνηση του χρόνου. Κι η σκέψη σου, ζαλισμένη από την έξαρση, υποκύπτει για μια ακόμα φορά στη συνειδητοποίηση της μοναδικότητας των όσων ζεις.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου