Καθίσαμε στο μπαρ. Πρώτη φορά στο μαγαζί, κοίταζα τριγύρω να συνηθίσω τον χώρο. Ένα μοντέρνο μίνιμαλ σαλόνι ντυμένο στο άσπρο και στο κόκκινο. Μια μπαλάντα από τα παλιά παραμόνευε κάπου στο βάθος. Το βλέμμα μου ταξίδεψε ανιχνευτικά από παρέα σε παρέα. Όμορφος κόσμος! Εκείνος τακτικός πελάτης, έπιασε αμέσως κουβέντα με τον μπάρμαν και κανόνισε τα ποτά. Σε λίγο, δύο στολισμένα ποτήρια προσγειώθηκαν μπροστά μας. Τον κοίταξα και χαμογέλασα.
“Δεν είναι κακό το μαγαζί...”
“Ακόμα δεν έχεις δει τίποτα!”
Ρούφηξε μια γουλιά και μου ανταπέδωσε το χαμόγελο. Τα μάτια του είχαν τη γνωστή πονηρεμένη λάμψη.
Μιλήσαμε για λίγο καθώς το σαλόνι γέμιζε με άγνωστους καλεσμένους. Δεν άργησα να καταλάβω τι εννοούσε. Το θηλυκό κυριαρχούσε του αρσενικού. Η ατμόσφαιρα πλημμύριζε ήδη από εκκολαπτόμενους έρωτες. Γύρισα και τον κοίταξα. Κατάλαβε τι σκεφτόμουν και μου έκλεισε το μάτι.
“Πάω να την πέσω...”
Πριν προλάβω ν´αντιδράσω, είχε βρεθεί απέναντι και μιλούσε με δύο κοπέλες. Γέλασα αυθόρμητα. Χαιρόμουν με τη ζωντάνια του και το ίδιο έδειχναν και οι κοπέλες. Ρούφηξα μια γουλιά παρατηρώντας τους. Σε κάποια στιγμή γύρισε και με έδειξε με το δάχτυλο του. Οι κοπέλες έστρεψαν το βλέμμα τους. Χαμογέλασα.
“Τι σας λέει;”
Σχημάτισα τις λέξεις στο στόμα μου για να μεταδώσω το μήνυμα από απόσταση. Εκείνες χτύπησαν τα δάχτυλά τους μερικές φορές για να μου πουν ότι είναι πολυλογάς και γέλασαν. Ο φίλος μου συνέχισε ακάθεκτος.
Γύρισα στο ποτό μου. Σχεδόν μελαγχόλησα με την ιδέα ότι ήταν τόσο εύκολη η επαφή με έναν άγνωστο. Ότι το μυστήριο μπορεί να εξανεμιστεί με δυο κουβέντες. Σ´έναν άλλο κόσμο, το φλερτ θα ήταν δυο βλέμματα που αντάμωσαν τυχαία και, μέσα σε μια στιγμή, κατάφεραν να πλησιάσουν αργά, να ανταλλάξουν παιχνιδίαρικα αγγίγματα, να τυλιχθούν τρυφερά το ένα μες στο άλλο, να χορέψουν στην αιωνιότητα κι ύστερα να αποχωριστούν βίαια με μια απύθμενη προσμονή για το επόμενο αντάμωμα.
Το φλερτ είναι στα μάτια, δεν είναι στα λόγια. Είναι σε αυτά που αποσιωπούνται, όχι σε αυτά που λέγονται.
Σήκωσα τα μάτια. Ο φίλος μου ήταν ακόμα εκεί. Εγώ πάλι ήμουν μόνος. Μαστίγωσα τον εαυτό μου για τις προηγούμενες σκέψεις.
“Άλλος θα περάσει καλά απόψε το βράδυ... Όχι εσύ...”
Ρούφηξα ότι είχε απομείνει στο ποτήρι και σηκώθηκα. Δεν έπρεπε να έρθω. Η επαφή με την πραγματικότητα μου είναι οδυνηρή. Κατευθύνθηκα προς την έξοδο. Ένα τσιγάρο για να το φιλοσοφήσω λίγο παραπάνω. Ίσως και να πείσω αυτόν τον αυθάδη ανθρωπάκο που κρύβεται μέσα μου.
Η νύχτα ήταν γλυκιά έξω. Η αύρα της με αγκάλιασε και μου έδειξε τα αστέρια. Γαλήνεψα. Έβαλα ένα τσιγάρο στο στόμα και ψαχούλεψα τις τσέπες για τον αναπτήρα. Πουθενά. Επιστροφή στην πραγματικότητα.
Κοίταξα γύρω. Λίγα βήματα πιο κει, μια σύγχρονη Τζουλιέτα κάπνιζε καθισμένη σ´ενα υπερυψωμένο πεζούλι. Με παρατηρούσε χαμογελώντας. Πριν προλάβω να πω κάτι, πήδηξε κάτω και με πλησίασε. Μου έτεινε έναν αναπτήρα. Τα βλέμματα μας συναντήθηκαν. Όπως ακριβώς το είχα σκεφτεί και απορρίψει πριν μερικά λεπτά. Ο χρόνος πάγωσε.
Άναψα μηχανικά το τσιγάρο. Συννεφάκια καπνού υψώθηκαν κι έγιναν ένα με τα δικά της. Κι ανάμεσα τους μια στήλη απο φως, δυο κόκκινα χείλη, ένα πεφταστέρι, ταξίδι στο άπειρο, μεταξωτά σεντόνια, ένα αυτοσχέδιο ποίημα, πνιγμένα βογγητά, αγριολούλουδα, ένα ξένο άγγιγμα, καυτή λάβα, ο υπνωτισμός της νύχτας και η ηλιοφάνεια του πρωινού.
Άνοιξα τα μάτια και ψιθύρισα το πρώτο τραγούδι που μου ήρθε στο μυαλό.
Ανυπαρκτος
"Να υπάρχεις σημαινει να αλλάζεις, να αλλάζεις σημαίνει να ωριμάζεις, να ωριμάζεις σημαίνει να δημιουργείς ξανά και ξανά τον εαυτό σου" H.B.
Για Μένα
Πέμπτη, 2 Φεβρουαρίου 2012
Τι κάνεις;
Τι κάνεις; Τι υποκρίνεσαι ότι κάνεις;
Στα πράσα σ’ έπιασε η στιγμή
Να κυβερνάς άλλες ζωές
Το τώρα είναι τώρα κοριτσάκι
Κοίταξε γύρω σου
Ο κόσμος πως χορεύει
Είσαι εσύ που βλέπουμε
Μια πινελιά ολομόναχη
Ή είναι κάποια άλλη
Είναι η φωνή σου που μιλά
Μια λέξη ακατανόητη
Ή είναι μια ξένη
Πες όλα κείνα που σιωπούν
Κι ακόμα πιο καλά
Αγκάλιασε τα
Τετάρτη, 25 Ιανουαρίου 2012
Το νόημα
Έχεις μετρήσει ποτέ τα δευτερόλεπτα; Είναι φορές που οι δείκτες του ρολογιού ξυπνούν από τον λήθαργό τους και σε μαστιγώνουν σε κάθε τους ανεπαίσθητη κίνηση. Και με κάθε χτύπημα φυλακίζεσαι στην ίδια σκέψη. Ότι η στιγμή που ένοιωσες έφυγε οριστικά – ανεπίστρεπτα – και δεν μπορείς να κάνεις τίποτα για ν’ αλλάξεις αυτό το γεγονός. Ακόμα και η ίδια η σκέψη που έκανες έφυγε οριστικά. Και άφησε στη θέση της ένα απομεινάρι μόνο και μόνο για να θυμηθείς την επόμενη φορά ότι έχεις ξαναζήσει την ίδια συνειδητοποίηση. Έχεις προσέξει τα σημάδια στο σώμα σου; Εμφανίζονται αδιάφορα όταν κοιτάξεις για πολύ ώρα στον καθρέπτη. Κρύβονται επιμελημένα στην καθημερινότητα αλλά βρίσκονται πάντα εκεί. Αρκεί να σταματήσεις και να κοιτάξεις. Και τότε αντιλαμβάνεσαι πως ο χρόνος δεν είναι απλά ακόμα μια σύμβαση με την οποία έμαθες να ζεις. Είναι μια καταραμένη μοίρα.
Έχεις τρομάξει ποτέ με την αλήθεια που κρύβει η φύση σου; Κοιτάζεις μέσα και το μόνο που βλέπεις είναι φόβος. Τρέμεις το άγνωστο. Η τύχη σου ένα καφάσι με μήλα και εσύ απλώνεις δειλά το χέρι ελπίζοντας να μην διαλέξεις το σάπιο. Τρέμεις την κρυμμένη αγριότητα της ζωής. Φοβάσαι τον άλλον, φοβάσαι εσένα. Κοιτάζεις έξω και το μόνο που βλέπεις είναι πόνος. Κάθε στιγμή και μια αναμέτρηση, μια σύγκριση, μια εξέλιξη… Σ’ αυτήν την ρουλέτα κερδίζουν οι πιο δυνατοί, οι πιο έξυπνοι, οι πιο όμορφοι, οι πιο αποφασισμένοι. Τουλάχιστον μέχρι η μπάλα να καταλήξει στο μηδέν. Κοιτάζεις μπροστά και το μόνο που βλέπεις είναι μια στιγμιαία ακμή και μια αιώνια παρακμή. Και σε όλα αυτά, εσύ μικρέ μου αναζητάς το νόημα…
Πώς να βρεις νόημα σ’ έναν ανόητο κόσμο;
Έχεις τρομάξει ποτέ με την αλήθεια που κρύβει η φύση σου; Κοιτάζεις μέσα και το μόνο που βλέπεις είναι φόβος. Τρέμεις το άγνωστο. Η τύχη σου ένα καφάσι με μήλα και εσύ απλώνεις δειλά το χέρι ελπίζοντας να μην διαλέξεις το σάπιο. Τρέμεις την κρυμμένη αγριότητα της ζωής. Φοβάσαι τον άλλον, φοβάσαι εσένα. Κοιτάζεις έξω και το μόνο που βλέπεις είναι πόνος. Κάθε στιγμή και μια αναμέτρηση, μια σύγκριση, μια εξέλιξη… Σ’ αυτήν την ρουλέτα κερδίζουν οι πιο δυνατοί, οι πιο έξυπνοι, οι πιο όμορφοι, οι πιο αποφασισμένοι. Τουλάχιστον μέχρι η μπάλα να καταλήξει στο μηδέν. Κοιτάζεις μπροστά και το μόνο που βλέπεις είναι μια στιγμιαία ακμή και μια αιώνια παρακμή. Και σε όλα αυτά, εσύ μικρέ μου αναζητάς το νόημα…
Πώς να βρεις νόημα σ’ έναν ανόητο κόσμο;
Τρίτη, 13 Δεκεμβρίου 2011
Dance me to the end of love
Ήρθες εχθές. Με άγγιξες απαλά και άνοιξα τα μάτια. Στο βλέμμα σου μια παλίρροια νοσταλγίας με ταξίδεψε στιγμιαία στον χρόνο. Ήθελες να καταλάβω αλλά η προσδοκία σου σε πρόδωσε. Δεν μίλησες. Με άφησες να σπαράζω στην άγνοια μου. Άκων ακροβάτης του θανάτου αναζητούσα ένα ίχνος από δίχτυ. Ανασηκώθηκα. Και τότε το φως πάγωσε την καρδιά μου. Φορούσες το ματωμένο νυφικό εκείνης της μέρας. Μια τεράστια λευκή ορχιδέα πιτσιλισμένη από τον Πόλοκ με αίμα. Τόσο θλιβερά όμορφη... Έμεινα ακίνητος μπροστά στον τοίχο, τα μάτια δεμένα στη σιωπή ενώ οι εικόνες με χτυπούσαν σαν ριπές πολυβόλου.
Μας είδα ακουμπισμένους στα κάγκελα πάνω από μια φωτισμένη πόλη. Βράδυ στο εκκλησάκι της Αγίας Κυριακής. Σου ζήτησα να με παντρευτείς ενώπιον της θάλασσας. Μου ζήτησες να χορέψουμε στα παιδιά που περιμένουν να γεννηθούν. Η ανοιξιάτικη αύρα ξεχείλιζε χαρά και εσύ πέταξες ψηλά τα γοβάκια σου για να ξεκλέψεις λίγη. Έγειρα πίσω κι έκλεισα τα μάτια. Σε τύλιξα με έναν λευκό μανδύα και σου πέρασα ένα πέπλο στα μαλλιά. Κι έλαμπες πιότερο κι από το ολόγιομο φεγγάρι. Έμεινα άγαλμα να σε κοιτώ να περιστρέφεσαι πάνω στο πλακόστρωτο πεζούλι. Έπαιζες με τη νύχτα, γελούσες με τα αστέρια. Και ξάφνου σταμάτησες. Με κοίταξες ικετευτικά κι ύστερα χάθηκες για πάντα στο σκοτάδι.
Όταν άνοιξα πάλι τα μάτια δεν ήσουν εκεί. Σηκώθηκα και πήγα προς το παράθυρο. Το ίδιο φεγγάρι, το ίδιο βράδυ. Η ανάσα μου κόπηκε στα δύο. Ένα χέρι έσκισε την καταχνιά, πέρασε σχοινιά στα άκρα μου και με έσυρε σαν μαριονέτα μέχρι το λόφο. Τα γυμνά μου πόδια πέταγαν σπίθες καθώς διέσχιζαν στρώματα από παγωμένες βελόνες. Όταν έφθασα στην κορυφή, το ρολόι στο καμπαναριό είχε σταματήσει. Με περίμενες σαν και τότε πάνω στο πεζούλι. Μόλις πλησίασα σηκώθηκες και άπλωσες το χέρι σου. Χαμογελούσες. Σε τράβηξα στην αγκαλιά μου. Ο κόσμος γέμισε από σένα. Κοιταχτήκαμε. Η στιγμή πρόσταζε μόνο ένα πράγμα. Να συνεχίσουμε τον χορό που αφήσαμε στη μέση.
Δευτέρα, 12 Δεκεμβρίου 2011
Το τελευταίο γράμμα
Από καιρό σκέφτομαι να σου γράψω. Νοιώθω σαν ένα κομμάτι του εαυτού μου να έχει μείνει μετέωρο. Μερικές φορές δεν υπάρχει αντίο, το ξέρω. Μερικές φορές το χρώμα απλά ξεθωριάζει. Στο δικό μου κουτί των αναμνήσεων, όμως, θα ήθελα να τα βρω όλα τακτοποιημένα όταν θα έρθει η ώρα να το ανοίξω και πάλι.
Γι αυτό σου γράφω. Από ανάγκη. Πάσχισα να ελευθερωθώ από τις ψευδαισθήσεις και δεν θέλω να τις φορτώσω σε σένα. Ένας κακός δαίμονας είναι το μυαλό, χρειάζεται κι αυτός τα γκέμια του. Όταν ησυχάζει, μπορείς και ακούς τον καημό της νύχτας. Ακούς το κλάμα της ανάγκης και τον σπαραγμό της μοναξιάς. Ακούς ακόμα και το γοργό βήμα του χρόνου που απομακρύνεται. Και τα πράγματα αλλάζουν προοπτική.
Δεν έχω έτοιμες λέξεις. Όλα μοιάζουν να έχουν ανακατευτεί στην δίνη του παρελθόντος. Τα λόγια που ανταλλάξαμε, ένας χάρτινος πύργος από παιχνιδιάρικα εγώ και υποσχόμενα εσύ, δεν έγιναν ποτέ εμείς. Πώς να αντικρύσεις το φως του άλλου όταν κρύβεσαι πίσω από μια σκιά;
Κι όμως, μέσα στα απόνερα υπήρχε μια χρυσή κλωστή. Δεν είδα ποτέ τα μάτια σου κι όμως αφουγκράστηκα την ψυχή σου. Δεν άκουσες ποτέ τη φωνή μου κι όμως διάβασες τις σκέψεις μου. Δεν σμίξαμε ποτέ τα δάχτυλα μας κι όμως αγγίξαμε ο ένας τον άλλον. Πόσο διαφορετικός θα ήταν ο κόσμος αν γνέθαμε το δικό μας εμείς!
Θέλω να ξέρεις κάτι. Σε θυμάμαι σαν ήλιο και σαν θάλασσα, σαν θερμή αχτίδα στο παγωμένο νερό, σαν την αλμύρα στα χείλη μου, σαν το τραγούδι των κυμάτων στα αυτιά μου, σαν μυρωδιά δενδρολίβανου και θυμαριού, σαν το κορμί μου που πλέει στο καλοκαίρι.
Σε θυμάμαι.
Γι αυτό σου γράφω. Από ανάγκη. Πάσχισα να ελευθερωθώ από τις ψευδαισθήσεις και δεν θέλω να τις φορτώσω σε σένα. Ένας κακός δαίμονας είναι το μυαλό, χρειάζεται κι αυτός τα γκέμια του. Όταν ησυχάζει, μπορείς και ακούς τον καημό της νύχτας. Ακούς το κλάμα της ανάγκης και τον σπαραγμό της μοναξιάς. Ακούς ακόμα και το γοργό βήμα του χρόνου που απομακρύνεται. Και τα πράγματα αλλάζουν προοπτική.
Δεν έχω έτοιμες λέξεις. Όλα μοιάζουν να έχουν ανακατευτεί στην δίνη του παρελθόντος. Τα λόγια που ανταλλάξαμε, ένας χάρτινος πύργος από παιχνιδιάρικα εγώ και υποσχόμενα εσύ, δεν έγιναν ποτέ εμείς. Πώς να αντικρύσεις το φως του άλλου όταν κρύβεσαι πίσω από μια σκιά;
Κι όμως, μέσα στα απόνερα υπήρχε μια χρυσή κλωστή. Δεν είδα ποτέ τα μάτια σου κι όμως αφουγκράστηκα την ψυχή σου. Δεν άκουσες ποτέ τη φωνή μου κι όμως διάβασες τις σκέψεις μου. Δεν σμίξαμε ποτέ τα δάχτυλα μας κι όμως αγγίξαμε ο ένας τον άλλον. Πόσο διαφορετικός θα ήταν ο κόσμος αν γνέθαμε το δικό μας εμείς!
Θέλω να ξέρεις κάτι. Σε θυμάμαι σαν ήλιο και σαν θάλασσα, σαν θερμή αχτίδα στο παγωμένο νερό, σαν την αλμύρα στα χείλη μου, σαν το τραγούδι των κυμάτων στα αυτιά μου, σαν μυρωδιά δενδρολίβανου και θυμαριού, σαν το κορμί μου που πλέει στο καλοκαίρι.
Σε θυμάμαι.
Τετάρτη, 7 Δεκεμβρίου 2011
Η πόρτα
Η ξύλινη πόρτα έκλεισε με δύναμη! Παρακινημένη από μια βιαστική ώθηση του κατά τ’ άλλα αγαπημένου της χεριού. Δεν ήταν συνηθισμένη σε τέτοιες ενέργειες - ήταν πάντα γλυκός και προσεχτικός μαζί της. Την άγγιζε πάντα με την αβρότητα που προσεγγίζουμε ιερά αντικείμενα. Σε κάθε τους συνάντηση την χάιδευε ανεπαίσθητα και μερικές φορές της έμπαινε η ιδέα ότι προσήλωνε το βλέμμα του πάνω της. Με περιέργεια και τρυφερότητα μαζί της καθιστούσε γνωστό το ενδιαφέρον του.
Και τώρα μια ανεξήγητη ορμή και μια ριπή αέρα έκαναν τα μεταλλικά της μέρη να κροταλίζουν καθώς διέσχισε απότομα το δωμάτιο για να βρεθεί αγκαλιά με το ξύλινο πλαίσιο. Μερικές σπιθαμές χρόνου πέρασαν μέχρι να καταλαγιάσει η έκπληξη και να εγερθεί ένα περήφανο ερωτηματικό για το συμβάν. Είχε πια γυρισμένη την πλάτη της και μπορούσε μόνο να αισθανθεί την ροή των κινήσεων.
Τότε ακούστηκε ένας γδούπος! Και αμέσως ένοιωσε ένα κορμί να κολλάει στην εσωτερική επιφάνειά της. Μια ξένη αίσθηση την κυρίεψε: μια γυναικεία φιγούρα απλώθηκε πάνω της σαν γιγάντια βδέλλα. Χρειάστηκε όλα τα αποθέματα αντοχής της για να μπορέσει να αντισταθμίσει ένα διαρκώς αυξανόμενο βάρος στην επιφάνειά της. Κάτι ή κάποιος πίεζε το γυναικείο κορμί λες και ήθελε να γίνει ένα μαζί του πάνω στην ξύλινη όψη της πόρτας.
……..
Έκλεισε την πόρτα με δύναμη! Μόλις είχαν μπει στο διαμέρισμα και χωρίς να το καταλάβει άφησε το πάθος να οδηγήσει τα χέρια του. Και τώρα εκείνο μαστίγωνε κάθε αναστολή που μπορεί να έκανε το λάθος να ξεπεταχθεί μες στο μυαλό του. Κοίταξε στιγμιαία τα μακριά της μαλλιά, τον τρόπο που έπεφταν ανέμελα πάνω στο λαιμό της και ένοιωσε το αίμα του να κατακλύζει κάθε μικροσκοπική αρτηρία του κορμιού του.
Εκείνη γύρισε και κοίταξε με έκπληξη. Το βλέμμα της ταξίδεψε τριγύρω σε αργή κίνηση, στάθηκε στιγμιαία πάνω στην πόρτα και ύστερα μαγνητίστηκε βίαια από το δικό του. Σε μια ατέλειωτη ανάσα τα χείλη τους ενώθηκαν. Ο πρώτος δισταγμός παραχώρησε τη θέση του σε μια θύελλα παροξυσμού. Την έσφιξε πάνω του και εκείνη τον αγκάλιασε προβάλλοντας τη δύναμη του πόθου της. Με μια περιστροφή, βρέθηκαν προσκολλημένοι στην ξύλινη πόρτα.
Τα χέρια του απλώθηκαν στο κορμί της εγείροντας κύματα ηδονής ενώ το κορμί του εφορμούσε ολόκληρο για να κυριέψει το από καιρό απόρθητο κάστρο της. Εκείνη τυλίχθηκε πάνω του και άφησε το σώμα της να παρασυρθεί από την ορμή του δικού του σε ένα μαγικό ταξίδι: σε μια αναπάντεχη εξέλιξη διέσχισε την πόρτα μόριο προς μόριο και χάθηκε μέσα της για πάντα.
………
Έκλεισε την πόρτα με δύναμη! Μια τρομαχτική σκέψη διαπέρασε το νου της και το αίμα της πάγωσε. Αισθάνθηκε την ανάσα του μερικά μέτρα πίσω της. Σε μια στιγμή κατάλαβε πόσο λάθος είχε κάνει να τον ακολουθήσει στο διαμέρισμά του. Ήταν αργά. Άκουσε τα βήματά του να πλησιάζουν αντηχώντας μες στο σκοτάδι. Ένα ιδρωμένο δάχτυλο γλίστρησε βασανιστικά στο λαιμό της και το κορμί της ανατρίχιασε.
Σε μια απελπισμένη ανατροπή της ροής του χρόνου, τα δευτερόλεπτα ξεχύθηκαν απότομα στο δρόμο ουρλιάζοντας! Εκείνη έκανε ακριβώς το ίδιο – η κραυγή της όμως δεν μπορούσε να διαπεράσει το χέρι που έκλεινε το στόμα της. Τρομοκρατήθηκε και άρχισε να σπαρταράει προσπαθώντας να ξεφύγει από τα δεσμά του. Εκείνος την έσφιξε και με μια δρασκελιά έστειλε και τους δυο τους πάνω στην σκληρή επιφάνεια της πόρτας.
Η ένταση πύκνωσε σαν σύννεφο καπνού καθώς τα δυο κορμιά πάλευαν στον σκοτεινό ρυθμό της αγριότητας. Προσπάθησε να του δαγκώσει το χέρι και εκείνος μανιασμένος το πήρε από το στόμα της και το τύλιξε στο λαιμό της. Σε μια λάμψη του ματιού, τα δάχτυλα έσφιξαν μηχανικά διακόπτοντας τη ροή αίματος προς τον εγκέφαλο. Η τελευταία της ανάσα ξεχείλισε άκοπα και φοβισμένα. Μην έχοντας που να κρυφτεί, χώθηκε στις ρωγμές της ξύλινης πόρτας.
Και τώρα μια ανεξήγητη ορμή και μια ριπή αέρα έκαναν τα μεταλλικά της μέρη να κροταλίζουν καθώς διέσχισε απότομα το δωμάτιο για να βρεθεί αγκαλιά με το ξύλινο πλαίσιο. Μερικές σπιθαμές χρόνου πέρασαν μέχρι να καταλαγιάσει η έκπληξη και να εγερθεί ένα περήφανο ερωτηματικό για το συμβάν. Είχε πια γυρισμένη την πλάτη της και μπορούσε μόνο να αισθανθεί την ροή των κινήσεων.
Τότε ακούστηκε ένας γδούπος! Και αμέσως ένοιωσε ένα κορμί να κολλάει στην εσωτερική επιφάνειά της. Μια ξένη αίσθηση την κυρίεψε: μια γυναικεία φιγούρα απλώθηκε πάνω της σαν γιγάντια βδέλλα. Χρειάστηκε όλα τα αποθέματα αντοχής της για να μπορέσει να αντισταθμίσει ένα διαρκώς αυξανόμενο βάρος στην επιφάνειά της. Κάτι ή κάποιος πίεζε το γυναικείο κορμί λες και ήθελε να γίνει ένα μαζί του πάνω στην ξύλινη όψη της πόρτας.
……..
Έκλεισε την πόρτα με δύναμη! Μόλις είχαν μπει στο διαμέρισμα και χωρίς να το καταλάβει άφησε το πάθος να οδηγήσει τα χέρια του. Και τώρα εκείνο μαστίγωνε κάθε αναστολή που μπορεί να έκανε το λάθος να ξεπεταχθεί μες στο μυαλό του. Κοίταξε στιγμιαία τα μακριά της μαλλιά, τον τρόπο που έπεφταν ανέμελα πάνω στο λαιμό της και ένοιωσε το αίμα του να κατακλύζει κάθε μικροσκοπική αρτηρία του κορμιού του.
Εκείνη γύρισε και κοίταξε με έκπληξη. Το βλέμμα της ταξίδεψε τριγύρω σε αργή κίνηση, στάθηκε στιγμιαία πάνω στην πόρτα και ύστερα μαγνητίστηκε βίαια από το δικό του. Σε μια ατέλειωτη ανάσα τα χείλη τους ενώθηκαν. Ο πρώτος δισταγμός παραχώρησε τη θέση του σε μια θύελλα παροξυσμού. Την έσφιξε πάνω του και εκείνη τον αγκάλιασε προβάλλοντας τη δύναμη του πόθου της. Με μια περιστροφή, βρέθηκαν προσκολλημένοι στην ξύλινη πόρτα.
Τα χέρια του απλώθηκαν στο κορμί της εγείροντας κύματα ηδονής ενώ το κορμί του εφορμούσε ολόκληρο για να κυριέψει το από καιρό απόρθητο κάστρο της. Εκείνη τυλίχθηκε πάνω του και άφησε το σώμα της να παρασυρθεί από την ορμή του δικού του σε ένα μαγικό ταξίδι: σε μια αναπάντεχη εξέλιξη διέσχισε την πόρτα μόριο προς μόριο και χάθηκε μέσα της για πάντα.
………
Έκλεισε την πόρτα με δύναμη! Μια τρομαχτική σκέψη διαπέρασε το νου της και το αίμα της πάγωσε. Αισθάνθηκε την ανάσα του μερικά μέτρα πίσω της. Σε μια στιγμή κατάλαβε πόσο λάθος είχε κάνει να τον ακολουθήσει στο διαμέρισμά του. Ήταν αργά. Άκουσε τα βήματά του να πλησιάζουν αντηχώντας μες στο σκοτάδι. Ένα ιδρωμένο δάχτυλο γλίστρησε βασανιστικά στο λαιμό της και το κορμί της ανατρίχιασε.
Σε μια απελπισμένη ανατροπή της ροής του χρόνου, τα δευτερόλεπτα ξεχύθηκαν απότομα στο δρόμο ουρλιάζοντας! Εκείνη έκανε ακριβώς το ίδιο – η κραυγή της όμως δεν μπορούσε να διαπεράσει το χέρι που έκλεινε το στόμα της. Τρομοκρατήθηκε και άρχισε να σπαρταράει προσπαθώντας να ξεφύγει από τα δεσμά του. Εκείνος την έσφιξε και με μια δρασκελιά έστειλε και τους δυο τους πάνω στην σκληρή επιφάνεια της πόρτας.
Η ένταση πύκνωσε σαν σύννεφο καπνού καθώς τα δυο κορμιά πάλευαν στον σκοτεινό ρυθμό της αγριότητας. Προσπάθησε να του δαγκώσει το χέρι και εκείνος μανιασμένος το πήρε από το στόμα της και το τύλιξε στο λαιμό της. Σε μια λάμψη του ματιού, τα δάχτυλα έσφιξαν μηχανικά διακόπτοντας τη ροή αίματος προς τον εγκέφαλο. Η τελευταία της ανάσα ξεχείλισε άκοπα και φοβισμένα. Μην έχοντας που να κρυφτεί, χώθηκε στις ρωγμές της ξύλινης πόρτας.
Δευτέρα, 5 Δεκεμβρίου 2011
Χαϊδελβέργη
Κάνει κρύο αυτές τις μέρες στην πόλη. Πέντε στρώματα ρουχισμού δεν επαρκούν όταν στέκεσαι πάνω στη παλιά γέφυρα του ποταμού Νέκαρ. Σε περίμενα ήδη είκοσι λεπτά και είχα αρχίσει να κινούμαι νευρικά πάνω κάτω για να ζεσταθώ. Μια έφερνα μπροστά μου τον δρόμο των φιλοσόφων, έρημο ετούτη την ώρα, κι ύστερα γυρνούσα πάλι προς το παλάτι, που το τύλιγε μια ανάρια ομίχλη κάνοντας το να μοιάζει με απομεινάρι από κάποιο μεσαιωνικό παραμύθι.
Μόλις είχε πέσει σκοτάδι και η πόλη είχε αλλάξει όψη. Σαν να ’χε γυρίσει δεκάδες χρόνια πίσω, σαν να ´χε σταματήσει ο χρόνος στις επισκέψεις του Μαρκ Τουαίην ή ακόμα πιο παλιά, στον ερχομό του Γκαίτε. Τα φώτα στόλιζαν τώρα το ποτάμι. Ένα ποταμόπλοιο διέσχισε τα νερά και προσέθεσε έναν ακόμα αστερισμό στο υδάτινο σύμπαν. Πόσες ιστορίες γεννά η ομορφιά και πόση ομορφιά γεννά η ιστορία!
Κοίταξα το ρολόι. Οκτώ και τέταρτο. Δεν θα έρθεις, δεν χρειάζεται να περιμένω άλλο. Σαν να ξέκλεψα λίγη από την σοφία των διανοητών που έχουν περπατήσει τις ίδιες πέτρες και κατάλαβα ξαφνικά ότι ήμουν μόνος. Σήκωσα το βλέμμα στον ουρανό και μια παγωμένη αύρα μου πλημμύρισε τα μάτια. Η ψυχή μου βάρυνε επικίνδυνα. Ώρα να πηγαίνω.
Κίνησα να φύγω. Μα ύστερα από δυο βήματα σταμάτησα. Ήταν το βαρύ φορτίο ή ένα άγνωστο χέρι που με κράτησε; Γύρισα το κεφάλι αργά και η ματιά μου έπεσε σε μια θολή φιγούρα στην άλλη άκρη της γέφυρας. Πώς δεν την είχα δει πιο πριν; Προχώρησα ερευνητικά προς το μέρος της κι η εικόνα γύρω μου είχε παγώσει. Άκουγα μόνο τους χτύπους απο τις μπότες μου πάνω στην κόκκινη πέτρα. Η καρδιά μου είχε σταματήσει.
Είναι μερικές στιγμές που η συνειδητότητα χάνεται. Παύουμε να αντιλαμβανόμαστε τον εαυτό μας ως μια ξεχωριστή οντότητα σε ένα δεδομένο πλαίσιο. Ανοίγει διάπλατα η αρτηρία που συνδέει τα μάτια μας με την ψυχή μας. Κάθε μας λέξη, κάθε κίνηση, είναι μια αντανάκλαση του είναι μας. Αυτές τις στιγμές μόνο να τις θυμόμαστε μπορούμε. Γιατί είναι αυτές τις στιγμές που ζούμε πραγματικά.
Θυμάμαι την αιθέρια μορφή σου καθώς σε πλησίαζα. Θυμάμαι την αύρα που έπεφτε σαν πέπλο στο κορμί σου και σμίλευε τις καμπύλες σου. Θυμάμαι τα μακριά χέρια σου ακουμπισμένα ανάλαφρα επάνω στην πέτρα. Θυμάμαι τα μαύρα σου μαλλιά που χάιδευαν με τις άκρες τους τον λαιμό σου. Θυμάμαι το ευάλωτο βλέμμα σου όταν γυρισες και με κοίταξες.
Τότε κατάλαβα. Δεν ήσουν η γυναίκα της ζωής μου, ήσουν εκείνη των ονείρων μου.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)