Παρασκευή 16 Νοεμβρίου 2012

Δύο διαστάσεις

Σου γράφω πάλι από ανάγκη, τραγουδούσε κάποτε ο Σιδηρόπουλος. Και, παρόλο που δεν είναι 5 το πρωί, ο στίχος αυτός αντανακλά πάνω μου την αλήθεια του. Είναι ανάγκη η επικοινωνία - ειδικά με τους ανθρώπους που μοιράζεσαι ένα κομμάτι της ψυχής σου. Άλλες φορές μεγαλύτερη, άλλες φορές λιγότερο, αλλά πάντα μια ανάγκη. Και την συνειδητοποιείς περισσότερο στην απουσία του άλλου. Την μετράς σε χρόνο, σε ένταση, σε απόσταση. Όχι προσθετικά, αλλά αφαιρετικά. Πόσες μέρες πέρασαν από την τελευταία επικοινωνία, πόσο λιγότερη άνεση νοιώθεις να μιλήσεις αυθόρμητα με τον άλλον, πόσοι συνδετικοί κρίκοι υπάρχουν ακόμα μεταξύ μας;

Που είσαι μικρή νιφάδα του χιονιού τούτη τη κρύα νύχτα; Όσο και να κοιτώ στον ουρανό, όσο και να παρακαλώ, το ίχνος σου κρυμμένο παραμένει. Στα φεγγίσματα σε αναζητώ μα εσύ στα σύννεφα κοιμάσαι. Και ονειρεύεσαι λευκά λιβάδια. Και ονειρεύομαι την ώρα που γλυκά θα πλησιάζεις. Πως θα 'θελα να τρέξω πίσω σου με δάκρυα στα μάτια! Τα χέρια μου ν'απλώσω ικετευτικά στον ουρανό, στην απαλάμη μου να πέσεις, να κουρνιάσεις. Κι εγώ, σου υπόσχομαι, δεν θα φανώ εγωιστής. Ξέρω πως η αγάπη μου θα σε σκοτώσει. Μ'ένα ανάριο φιλί θα σε αφήσω στο βοριά, να βρεις το δρόμο σου, εκείνον που σου πρέπει.

...

Κάνω πολλές σκέψεις τελευταία. Οι λέξεις ξεχειλίζουν από μέσα μου, χωρίς ποτέ όμως να καταφέρνουν να βρουν τον δρόμο τους. Κυλάνε σαν ιδρώτας στο κορμί μου και απλώνονται χαοτικά τριγύρω. Λες και έχει χαθεί κάθε έννοια προορισμού, κάθε δυνατότητα προσδιορισμού. Νοιώθω την ανάγκη αλλά αδυνατώ να την μετουσιώσω σε επιθυμία. Το συναίσθημα αρνείται να καλουπωθεί σε μια ιδέα. Η ιδέα αντιστέκεται σε κάθε προσπάθεια εξορθολογισμού της. Καταλήγω, κάθε φορά, υπομένοντας μια άμορφη μάζα εσωτερικής ενέργειας που αιωρείται άσκοπα στον χώρο και τον χρόνο. Και με πνίγει.

Είναι τα μάτια ορθάνοιχτα μα θολωμένα. Κάποιος τα ανάγκασε μες στο νερό να καταδύσουν. Να δουν στην άγρια θάλασσα της ψυχής. Ένα βυθό που μοιάζει στείρος κι αχανής. Κι όμως αυτά δεν βλέπουν, δεν δύνανται να δουν. Είναι ασύλληπτη η σκοτεινιά, είναι ανάκατη η μάζα. Κάποιος Θεός τους έκρυψε το Φως. Σαν τιμωρία απέναντι στην ανημπόρια. Όσες φορές κι αν παύσει η ανάσα, όσα αγκάθια κι αν χωθούν μες στο λαιμό, όσα τα δάκρυα, ο πόνος και ο θυμός, η λύτρωση χαριστικά δεν θα ‘ρθει.

Δεν υπάρχουν σχόλια: