Δεν χρειάζεται πρόλογος. Που είχα μείνει; Σε μια νύχτα με ολόγιομο φεγγάρι. Σε μια βουτιά στον βούρκο της ψυχής. Τώρα αντικρύζω μια πισίνα που απεχθάνεται τις βουτιές. Είναι ρηχή σαν αυτό που φοβάμαι να ανακαλύψω.
Πως μ´εκνευρίζει η αυτόματη διόρθωση αυτής της συσκευής! Όλο λέω στον εαυτό μου να την απενεργοποιήσει και όλο επιστρέφω και είναι ακόμα εκεί. Σαν έρπης που δε λέει να φύγει. Καταραμένη τεχνολογία που θες να παρεμβαίνεις στη σκέψη μου! Λες και ξέρεις τι θέλω να πω! Ούτε ο ίδιος δεν ξέρω! Πως θα το μαντέψεις εσύ; Πάντως με βοήθησες να θυμηθώ κάτι. Έλεγα για τους υπολογιστές την άλλη φορά. Τους ανθρώπους υπολογιστές (ή καλύτερα τους απάνθρωπους;) και τα μηχανήματα. Βασικά μιλούσα για τον εαυτό μου. Δεν καταλαβαίνω γιατί το γενίκευσα τώρα.
Αναρωτιόμουν γιατί ανέφερα τόσες φορές τη λέξη υπολογιστής. Βλέπω στον εαυτό μου έναν υπολογιστή; Υπο-λογιστής. Τι λέξη κι αυτή! Αν ο λογιστής έχει απο μόνος του μια αρνητική χροιά, τότε ο υπο-λογιστής θα πρέπει να είναι ακόμα πιο χαμηλά στην αξιακή μας ιεράρχηση! Και αν σκεφτώ ότι η καθημερινή μου απασχόληση διατηρεί κάποια στοιχεία του πρώτου, ενώ η προσωπική μου εκτίμηση αντανακλά την εικόνα του δεύτερου, που ακριβώς με τοποθετώ; Έχω αλήθεια τόσο άσχημη γνώμη για μένα; Πως είναι δυνατόν να συμβαίνει αυτό όταν τις περισσότερες φορές φέρομαι να νοιάζομαι μόνο για τον εαυτό μου; Ή μήπως είναι το ένα συνάρτηση του άλλου; Μήπως αγαπώ να μισώ τον εαυτό μου; Όπως όλες οι σχέσεις πάθους, ίσως βιώνουμε κι εμείς ακραία συναισθήματα αγάπης και μίσους. Με τη διαφορά ότι εμείς δεν μπορούμε να πάμε σε σύμβουλο σχέσεων για να μας βοηθήσει!
Σκεφτόμουν χθες γιατί γράφω. Το έχω αγγίξει και σε παλαιότερα κείμενα με λίγο διαφορετικό τρόπο, αλλά χθες επικεντρώθηκα στο γιατί γράφω με τον συγκεκριμένο τρόπο. Γιατί όλα αυτά τα κείμενα που κινούνται λίγο πολύ στο ίδιο μοτίβο; Κάνω την υπόθεση ότι θέλω υποσυνείδητα να ζήσω τις ιστορίες που γράφω. Ή να εντυπώσω στο μυαλό μου τις εικόνες, τις σκηνές, τα συναισθήματα. Να βιώσω πολλαπλές πραγματικότητες. Κι ίσως ταυτόχρονα βρίσκω μια ματαιόδοξη ευχαρίστηση στη δημιουργία, στην τοποθέτηση λέξεων πλάι πλάι, σ´ένα αποτέλεσμα που πριν δεν υπήρχε και τώρα υπάρχει (έστω κι αν δημιουργήθηκε από κάποιον που αυτοπροσδιορίζεται ως ανύπαρκτος), σε κάτι που μου αρέσει αισθητικά, και δίνει ζωή στην ελάχιστη πιθανότητα να αρέσει ταυτόχρονα και σε κάποιον άλλον. Καλά ολα αυτά και με βοηθούν να εξηγήσω το γενικό πλαίσιο.
Υπάρχει όμως κάτι παραπάνω που σκεφτόμουν. Είναι δύο έννοιες που με κεντρίζουν. Πετούν συνέχεια γύρω από το κεφάλι μου σαν μέλισσες κάνοντας θόρυβο. Και εξηγούν γιατί περπατώ στον κόσμο κουνώντας παρανοϊκά τα χέρια μου σαν να θέλω να τις αποδιώξω. Αλλά παρ´όλ´αυτά αναζητώ το μέλι τους. Είναι γλυκό βλέπεις. Έρωτας και ελευθερία. Τις ζυγίζω και ξέρω πως είναι κατά βάθος ψεύτικες (illusory ήθελα να πω αλλά μπλέχτηκα πάλι). Είναι επινοήματα του μυαλού. Γλυκά επινοήματα που άλλοτε μας ορίζουν και άλλοτε μας αποπροσανατολίζουν. Γιατί συνέχεια καταλήγω να μιλάω γενικά; Αυτό που με ελκύει στον έρωτα και την ελευθερία είναι ότι παρόλο που συνειδητοποιώ την ονειρική τους διάσταση, αδυνατώ να ελέγξω την επίδρασή τους πάνω μου. Μου αρέσει να ονειρεύομαι μάλλον! Θυμάμαι τον κωμικό που είχε πει πως όλοι θα έπρεπε υποχρεωτικά να ονειρευόμαστε με τα μάτια ανοιχτά τουλάχιστον μια ώρα την ημέρα. Η αλήθεια είναι ότι το κάνω πιο συχνά... Αλλά με μικρότερη διάρκεια! Σύντομα όνειρα που έρχονται και φεύγουν. Μικρά παραμύθια με δόσεις έρωτα κι ελευθερίας.
Όμως, από τι παλεύω να ελευθερωθώ; Από τεχνητούς περιορισμούς; Από δικές μου φαντασιώσεις; Με ποιον έρωτα ξεγελιέμαι; Αυτόν που υπάρχει μόνο στο μυαλό μου; Τι είναι όλα αυτά; Ένστικτα που δεν έχουν καταφέρει να ωριμάσουν; Ανάγκες που απωθήθηκαν βίαια;
Είναι οι ερωτήσεις πιο σημαντικές από τις απαντήσεις; Υπάρχει απάντηση; Ή θα πρέπει να συνεχίσω να προσποιούμαι; Μέχρι την επόμενη φορά.