Δευτέρα 13 Αυγούστου 2012

Το τέλος

Θυμάσαι πως ξεκινήσαμε; Δεν σου μιλώ για την πρώτη φορά που ειδωθήκαμε. Τότε που γεμάτη υπεροψία άφησες βιαστικά ένα βιβλίο στα χέρια μου και κίνησες να φύγεις. Σαν να ήμουν μια διαρροή στη δεξαμενή του πολύτιμου χρόνου σου. ”Τι περίπτωση είναι αυτή η Ραφαέλα” είχα σκεφτεί!

Όχι, εγώ σου μιλώ για εκείνη τη στιγμή που βρεθήκαμε σε κάποιο μπαλκόνι της πόλης. Τότε που ανταλλάξαμε το πρώτο διερευνητικό βλέμμα. Σαν να αναρωτιόμασταν τι να κρύβεται στα ενδόμυχα του άλλου. Σαν να θέλαμε να μάθουμε. Κάτι είχε αλλάξει σε σένα. Κάτι είχε αλλάξει σε μένα.

Δυο μήνες μετά καθόμασταν σ´ένα πεζούλι και μοιραζόμασταν τις σκέψεις μας. Μια από τις αμέτρητες φορές που θα το κάναμε. Λέξεις που αγγίζονταν άλλοτε προσεχτικά κι άλλοτε τολμηρά. Ένα ιδιότυπο βαλς από λέξεις που προσπαθούσαν να βρουν τον κοινό τους ρυθμό.

Και λίγο αργότερα, συνεχίσαμε να μοιραζόμαστε τον κόσμο μας ανάμεσα σε τσαλακωμένα σεντόνια. Οι λέξεις λιγόστεψαν. Οι αναπνοές έγιναν κυρίαρχες. Η μυρωδιά σου κατέκτησε για πάντα τη μνήμη μου. Η γλώσσα μου εξερεύνησε κάθε άγνωστη χώρα του κορμιού σου. Θυμάσαι αλήθεια;

Κι ύστερα βρεθήκαμε σε άλλους δρόμους. Εγώ έριξα άγκυρα στη στεριά, εσύ άνοιξες πανιά στη θάλασσα. Δεν κοιτάξαμε πίσω. Απλά συνεχίσαμε. Κι αν τα δάχτυλα μας δεν αγγίζονταν πια, οι ψυχές μας συναντιούνταν κρυφά σ´ένα σύννεφο τα βράδια.

Μιλούσαμε και πάλι όπως τον πρώτο καιρό. Για τη ζωή μας, τους συντρόφους μας, τους πόθους και τα όνειρα μας. Ποτέ όμως για το κοινό μας παρελθόν. Σαν να μην υπήρξε ποτε. Σαν να αποφεύγουμε να μιλήσουμε για τον ελέφαντα που έχει θρονιαστεί στο σαλόνι μας.

Κι έτσι πέρασαν μερικά χρόνια. Μέχρι σήμερα που ανηφορίσαμε ενα γνώριμο λόφο. Μιαν άλλην εποχή ερχόμαστε τακτικά εδώ. Εγώ άναβα τσιγάρο, εσύ έγερνες στην αγκαλιά μου, και αρμενίζαμε στη θάλασσα από αστέρια που σχημάτιζαν τα φώτα της πόλης. Σήμερα ο αέρας ήταν βαρύς.

Καθίσαμε πάνω στο ξερό χορτάρι και πιάσαμε την κουβέντα. Ανώδυνα λόγια για να καλύψουν το κενό μεταξύ του ασήμαντου και του σημαντικού. Λόγια μιας ατάραχης επιφάνειας που μετα βίας κρατάει τη λάβα που βράζει μέσα της από το να εκτιναχθεί με δύναμη στον χώρο.

”Δεν μπορώ να συνεχίσω” είπα κάποια στιγμή.
”Καταλαβαίνω...” μου απάντησες χωρίς να με κοιτάξεις.
”Έχεις τη ζωή σου κι έχω τη δική μου” συνέχισα προσπαθώντας να εκλογικεύσω συναισθήματα που δεν υπόκεινται στη λογική. ”Αυτό που υπάρχει μεταξύ μας είναι ένα όμορφο παρελθόν κι ένα αδιέξοδο μέλλον. Κι ανάμεσα στα δύο ένα παράξενο τώρα. Δεν μπορώ πλέον να το ζω.”
”Τι θα κάνεις;” ρώτησες γυρνώντας προς το μέρος μου.
”Πρέπει να φύγω μακριά Ραφαέλα. Εκεί που τα μάτια δεν θα συναντιούνται και τα λόγια δεν θα συνδιαλέγονται.”
”Και οι θύμησες;”
”Οι θύμησες... θα μείνουν πάντα θύμησες.”

Μείναμε να κοιτάμε το τοπίο για μερικά λεπτά. Μια δροσερή αύρα ερχόταν παιχνιδίζοντας τριγύρω μας. Έμοιαζε να προσπαθεί απελπισμένα να διαλύσει την αμηχανία. Μάταια! Ο χρόνος είχε προχωρήσει ένα κλικ μετά το εμείς.

”Γράψε μου” μου είπες κάποια στιγμή.
”Γιατί να σου γράψω;”
”Απλά γράψε μου. Θα περιμένω...”

Γύρισα το βλέμμα μου προς τον ορίζοντα. Ξαφνικά, τα πολύχρωμα λαμπάκια που απλώνονταν στα πόδια μας με ταξίδεψαν στο παρελθόν. Σε μια συναυλία με χιλιάδες αναπτήρες αναμμένους μπροστά μας. Σου κρατούσα το χέρι. Και σου ψυθίριζα στο αυτί τα λίγα ιταλικά που κατάφερα ποτέ να μάθω.

Αντίο Ραφαέλα! Λυπάμαι που δεν θα κρατήσω την υπόσχεση μου. Αντίο για πάντα.


Δεν υπάρχουν σχόλια: