Από καιρό σκέφτομαι να σου γράψω. Νοιώθω σαν ένα κομμάτι του εαυτού μου να έχει μείνει μετέωρο. Μερικές φορές δεν υπάρχει αντίο, το ξέρω. Μερικές φορές το χρώμα απλά ξεθωριάζει. Στο δικό μου κουτί των αναμνήσεων, όμως, θα ήθελα να τα βρω όλα τακτοποιημένα όταν θα έρθει η ώρα να το ανοίξω και πάλι.
Γι αυτό σου γράφω. Από ανάγκη. Πάσχισα να ελευθερωθώ από τις ψευδαισθήσεις και δεν θέλω να τις φορτώσω σε σένα. Ένας κακός δαίμονας είναι το μυαλό, χρειάζεται κι αυτός τα γκέμια του. Όταν ησυχάζει, μπορείς και ακούς τον καημό της νύχτας. Ακούς το κλάμα της ανάγκης και τον σπαραγμό της μοναξιάς. Ακούς ακόμα και το γοργό βήμα του χρόνου που απομακρύνεται. Και τα πράγματα αλλάζουν προοπτική.
Δεν έχω έτοιμες λέξεις. Όλα μοιάζουν να έχουν ανακατευτεί στην δίνη του παρελθόντος. Τα λόγια που ανταλλάξαμε, ένας χάρτινος πύργος από παιχνιδιάρικα εγώ και υποσχόμενα εσύ, δεν έγιναν ποτέ εμείς. Πώς να αντικρύσεις το φως του άλλου όταν κρύβεσαι πίσω από μια σκιά;
Κι όμως, μέσα στα απόνερα υπήρχε μια χρυσή κλωστή. Δεν είδα ποτέ τα μάτια σου κι όμως αφουγκράστηκα την ψυχή σου. Δεν άκουσες ποτέ τη φωνή μου κι όμως διάβασες τις σκέψεις μου. Δεν σμίξαμε ποτέ τα δάχτυλα μας κι όμως αγγίξαμε ο ένας τον άλλον. Πόσο διαφορετικός θα ήταν ο κόσμος αν γνέθαμε το δικό μας εμείς!
Θέλω να ξέρεις κάτι. Σε θυμάμαι σαν ήλιο και σαν θάλασσα, σαν θερμή αχτίδα στο παγωμένο νερό, σαν την αλμύρα στα χείλη μου, σαν το τραγούδι των κυμάτων στα αυτιά μου, σαν μυρωδιά δενδρολίβανου και θυμαριού, σαν το κορμί μου που πλέει στο καλοκαίρι.
Σε θυμάμαι.