Κάνει κρύο αυτές τις μέρες στην πόλη. Πέντε στρώματα ρουχισμού δεν επαρκούν όταν στέκεσαι πάνω στη παλιά γέφυρα του ποταμού Νέκαρ. Σε περίμενα ήδη είκοσι λεπτά και είχα αρχίσει να κινούμαι νευρικά πάνω κάτω για να ζεσταθώ. Μια έφερνα μπροστά μου τον δρόμο των φιλοσόφων, έρημο ετούτη την ώρα, κι ύστερα γυρνούσα πάλι προς το παλάτι, που το τύλιγε μια ανάρια ομίχλη κάνοντας το να μοιάζει με απομεινάρι από κάποιο μεσαιωνικό παραμύθι.
Μόλις είχε πέσει σκοτάδι και η πόλη είχε αλλάξει όψη. Σαν να ’χε γυρίσει δεκάδες χρόνια πίσω, σαν να ´χε σταματήσει ο χρόνος στις επισκέψεις του Μαρκ Τουαίην ή ακόμα πιο παλιά, στον ερχομό του Γκαίτε. Τα φώτα στόλιζαν τώρα το ποτάμι. Ένα ποταμόπλοιο διέσχισε τα νερά και προσέθεσε έναν ακόμα αστερισμό στο υδάτινο σύμπαν. Πόσες ιστορίες γεννά η ομορφιά και πόση ομορφιά γεννά η ιστορία!
Κοίταξα το ρολόι. Οκτώ και τέταρτο. Δεν θα έρθεις, δεν χρειάζεται να περιμένω άλλο. Σαν να ξέκλεψα λίγη από την σοφία των διανοητών που έχουν περπατήσει τις ίδιες πέτρες και κατάλαβα ξαφνικά ότι ήμουν μόνος. Σήκωσα το βλέμμα στον ουρανό και μια παγωμένη αύρα μου πλημμύρισε τα μάτια. Η ψυχή μου βάρυνε επικίνδυνα. Ώρα να πηγαίνω.
Κίνησα να φύγω. Μα ύστερα από δυο βήματα σταμάτησα. Ήταν το βαρύ φορτίο ή ένα άγνωστο χέρι που με κράτησε; Γύρισα το κεφάλι αργά και η ματιά μου έπεσε σε μια θολή φιγούρα στην άλλη άκρη της γέφυρας. Πώς δεν την είχα δει πιο πριν; Προχώρησα ερευνητικά προς το μέρος της κι η εικόνα γύρω μου είχε παγώσει. Άκουγα μόνο τους χτύπους απο τις μπότες μου πάνω στην κόκκινη πέτρα. Η καρδιά μου είχε σταματήσει.
Είναι μερικές στιγμές που η συνειδητότητα χάνεται. Παύουμε να αντιλαμβανόμαστε τον εαυτό μας ως μια ξεχωριστή οντότητα σε ένα δεδομένο πλαίσιο. Ανοίγει διάπλατα η αρτηρία που συνδέει τα μάτια μας με την ψυχή μας. Κάθε μας λέξη, κάθε κίνηση, είναι μια αντανάκλαση του είναι μας. Αυτές τις στιγμές μόνο να τις θυμόμαστε μπορούμε. Γιατί είναι αυτές τις στιγμές που ζούμε πραγματικά.
Θυμάμαι την αιθέρια μορφή σου καθώς σε πλησίαζα. Θυμάμαι την αύρα που έπεφτε σαν πέπλο στο κορμί σου και σμίλευε τις καμπύλες σου. Θυμάμαι τα μακριά χέρια σου ακουμπισμένα ανάλαφρα επάνω στην πέτρα. Θυμάμαι τα μαύρα σου μαλλιά που χάιδευαν με τις άκρες τους τον λαιμό σου. Θυμάμαι το ευάλωτο βλέμμα σου όταν γυρισες και με κοίταξες.
Τότε κατάλαβα. Δεν ήσουν η γυναίκα της ζωής μου, ήσουν εκείνη των ονείρων μου.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου